"Ήρθαν καί πάλι τα Xριστούγεννα,
σε μια φωτιά, σ΄ ένα τζάκι, όπου
μαζί με τις φλόγες χορεύουν
και τα παραμύθια
του παλιού καιρού".
I. M. Παναγιωτόπουλος


Βαρυχειμωνιά, ξαστεριά και πανσέληνος στη χιονισμένη καρδιά του Δεκέμβρη συνέθεταν το πιο απίθανο σκηνικό του καιρού που στάθηκε αιτία να ζήσει η Θεσσαλία του 1900 τα πιο παγωμένα Χριστούγεννα όλης της Ελλάδας. Αν το βράδυ αυτό εμπνεόταν ο Σολωμός, ίσως διάνθιζε τον πασίγνωστο στίχο του «Νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια» με την εικόνα του τρελού στροβιλίσματος των νιφάδων που έμοιαζαν με φτερωτούς κρίνους. Τη βραδιά του γέννησης του θεμελιωτή της αγάπης τα χιόνια έντυσαν στα λευκά το δράμα της δύσμοιρης πατρίδας του 1900.

Το ρεπορτάζ στον ημερήσιο Τύπο μίλαγε για χιονισμένη Λάρισα, ασπρισμένη Καρδίτσα, κατάλευκο Όλυμπο και Τρίκαλα αποκλεισμένα στα δυο στενά… Την Κυριακή, παραμονή Χριστουγέννων του 1900, ακριβώς στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, όταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ με πηχυαίους τίτλους πληροφορούσε: «Βαρύτατος χειμών εις την Θεσσαλίαν» η χώρα ολόκληρη βρισκόταν σε δραματική κατάσταση.

Σκίτσο για τα ΔΡΑΜΑΤΑ του Έλληνα, από το περιοδικό ΡΩΜΗΟΣ του 1900


Υπολειτουργούσε, τραυματισμένη βαρύτατα από την ήττα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και τους ταπεινωτικούς όρους της ειρήνης και ταλαιπωρημένη οικονομικά από τις συνέπειες της πτώχευσης και του ελέγχου του ΔΝΤ.

Κάποια χρόνια πριν, στη νεοσύστατη χώρα, διαδραματιζόταν μια προσωπική τραγωδία, με κορυφαίο δράστη το συγγραφέα Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος, ως γνωστόν, είχε την ατυχία να καταδικαστεί από τη δικαιοσύνη για σκάνδαλο με μετοχές, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε ο ίδιος θύμα εξαπάτησης. Το πώς έκλεινε η σοβαρή επιστολή υπεράσπισης την οποία με προσωπική του πρωτοβουλία συνέταξε θα δούμε αμέσως παρακάτω:

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΡΟΙΔΗ (Τελευταίο μέρος)

«….Αυτή ήταν η ύλη πάνω στην οποία επρόκειτο να στηρίξει την απόφασή του το Εμποροδικείο. Ουδέποτε νομίζω ότι αντήχησε σε ακροατήριο υπόθεση απλούστερη απ΄ αυτήν. Ο δήθεν εντολοδόχος μου αρνείται ότι είχε εντολή από μένα. Ο μηνυτής μου αντιφάσκει αφενός παραδεχόμενος ότι ο Ν.Σ. είχε πλάσει πλαστή εντολή αφετέρου μηνύοντας εμένα σαν να ήταν αληθινή η εντολή. Όλοι οι μάρτυρες ομολογούν ότι τίποτα δεν γνωρίζουν περί εντολής, το δε μήλο της έριδος, δηλαδή οι πενήντα μετοχές του Λαυρίου, είναι πασίγνωστο ότι ούτε το είδα ούτε το έχω, διότι παίχτηκε και χάθηκε αυθημερόν, δημόσια.

Και ερχόμαστε στο αιτιολογικό της απόφασης του Εμποροδικείου: «Επειδή απ΄ όλες τις ανωτέρω καταθέσεις δεν αποδεικνύονται αμέσως τα θέματα: α) ότι ο Ροΐδης είχε εντολή στο Ν.Σ. να αγοράζει μετοχές, β) ότι στις 22 Οκτωβρίου 1873, είχε δώσει εντολή για αγορά 50 μετοχών του Λαυρίου. Επειδή, όμως, από τα γεγονότα που οι μάρτυρες κατέθεσαν καθίστανται πιθανοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντος επιβάλλεται σε αυτόν και αναπληρωματικός όρκος».

Οι κύριοι εμποροδίκες απεφάνθησαν "ότι η πώληση των μετοχών έγινε για λογαριασμό του Ροΐδη". Όμως αυτό είναι ψευδέστατο, διότι ο ενάγων (κατήγορος) ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο ότι τον εξαπάτησε ο Ν.Σ. που ισχυρίστηκε ότι για λογαριασμό του Ροΐδη γίνεται η αγορά. Αλλά και το παρακάτω δεν είναι λιγότερο τερατώδες. "επειδή στο πιστοποιητικό της τράπεζας μόνο ποσά αναφέρονται". Και διερωτώμαι: Πώς μόνο ποσά, όμως, αφού φαίνεται σε αυτό και σε ποιους μεσίτες δόθηκαν αυτά και αφού οι μεσίτες προσήλθαν και μαρτύρησαν;


 
Επίσης απεφάνθησαν οι κύριοι εμποροδίκες "ότι δεν είναι ανάγκη κατά το νόμο να είναι κανείς γενικός εντολοδόχος για να ευθύνεται ο εντολοδότης". Στη συνέχεια το εμποροδικείο απεφάνθη ότι επειδή ο Ν.Σ. είπε τη φράση "αύριο προ ή μετά μεσημβρία θα πληρώσω τις μετοχές" προκύπτει ότι για λογαριασμό τρίτου έγινε η αγορά. Με άλλα λόγια η ύπαρξη ημερομηνίας με απόδειξη, που να ορίζει το χρόνο πληρωμής, αποδεικνύει ότι η συναλλαγή έγινε για λογαριασμό τρίτου. Αυτή η λογική μου φαίνεται αληθινά πρωτότυπη, διότι από καταβολής κόσμου, νομίζω, δεν έχει γραφτεί απόδειξη πληρωμής, που να μην ορίζει και την ημερομηνία εξόφλησης.

Και στηριζόμενοι σε αυτά οι αξιότιμοι κύριοι εμποροδίκες, επέβαλαν στον κατήγορο να ορκιστεί τα εξής: "Ομνύω…ότι την 22α Οκτωβρίου 1873, πώλησα και παρέδωσα στο Ν.Σ. τις περί ων η δίκη 50 μετοχές δια λογαριασμόν του Ροΐδη, που είχε δώσει εντολή σε αυτόν να κάνει τοιαύτην πράξιν". Αλλά ο άνθρωπος, που κλήθηκε να ορκιστεί ότι είχα δώσει τέτοια εντολή, δεν με γνώριζε ούτε με είχε δει και πουθενά στη δικογραφία δεν φαίνεται να μαρτυρεί κάτι, που να έχει σχέση με την ανάθεση από μένα αυτής της εντολής.

                                              Φωτογραφία του 1900 από το λεύκωμα του Γάλλου Ελληνιστή Hubert Pernot
                                                                         «Εξερευνώντας την Ελλάδα, 1883-1913»

 

Και μετά τα όσα ανεπαρκή κατέθεσαν οι μάρτυρες και αφού ούτε ο αντίδικος ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει κάτι άλλο, τι νόημα έχει η επιβολή τέτοιου όρκου; Η ψυχολογική πεποίθηση του στην ύπαρξη εντολής; Αλλά και ειλικρινή να θεωρήσουμε την πεποίθηση αυτήν, ποια επιρροή μπορεί να έχει πάνω στο προκείμενο θέμα, αφού το δικαστήριο επέβαλε στον κατήγορο να αποδείξει όχι αν πιστεύει στην ύπαρξη εντολής αλλά αν στην πραγματικότητα δόθηκε από μένα τέτοια εντολή;

Ίσως παρατηρήσατε, κύριοι εφέτες, ότι ελάχιστος λόγος μέχρι τώρα έγινε για το σπουδαιότερο μέρος της υπόθεσης, δηλαδή αν έλαβα εγώ τις 50 μετοχές του Λαυρίου. Η απόδειξη της παραλαβής των μετοχών αυτών από μένα, είναι νομίζω και η βάση της δίκης. Διότι, πολύ απίστευτο θα ήταν έστω κι αν παρήγγειλα σε κάποιο μεσίτη να μου αγοράσει μετοχές στο χρηματιστήριο, να καταδικαστώ και να πληρώσω σε τρίτους, που δεν τους γνωρίζω, χωρίς να τις λάβω. Οι μετοχές αυτές, όπως ήδη αναφέρθηκε, παίχτηκαν και χάθηκαν αυθημερόν σε δημόσιο χαρτοπαικτείο. Ώστε, ούτε με μάρτυρες ούτε με παραπληρωματικό όρκο μπορεί να αποδειχτεί ότι τις έλαβα εγώ.

Μπροστά στο ανυπέρβλητο αυτό πρόσκομμα, ήλπιζα ότι θα ναυαγούσε η ιδιορρυθμία του Πρωτοδικείου για την ερμηνεία των μαρτυριών και τη σύνταξη των όρκων. Αλλά κι αυτή η ελπίδα μου ήταν πεπρωμένο να διαψευστεί. Οι αξιότιμοι κύριοι εμποροδίκες, μην μπορώντας να λύσουν αυτόν τον κόμβο, έκριναν εύλογο να τον κόψουν. Ως εκ τούτου, η απόφασή τους ανακαλεί την απόφαση του Πρωτοδικείου (επικυρωθείσα υπό του Εφετείου), που υποχρέωνε τον κατήγορο να αποδείξει ότι οι μετοχές παραδόθηκαν από το Ν.Σ. στο Ροΐδη.

Σε σας απομένει, κύριοι εφέτες, να αποφασίσετε ότι στην ορμή του ζήλου τους υπερέβησαν ή όχι οι κύριοι πρωτοδίκες τα όρια της δικαιοδοσίας τους, προβαίνοντας και μέχρι την ακύρωση της απόφασης του Εφετείου.

Αλλά, ενώ αυτά είναι ευνόητα η απόφαση του Εμποροδικείου, όμως, είναι τόσο ακατανόητη για γεγονότα τόσο σαφή, ώστε θεώρησα καλό να επιστήσω την ιδιαίτερη προσοχή σας με αυτό το φυλλάδιο. Έγραψα δε αυτά, φοβούμενος όχι να μην αδικηθώ και από σας αλλά μόνο για να μην περάσει απαρατήρητη μέσα στο πλήθος των ασχολιών σας η πρωτοτυπία της παρούσης απόφασης του Πρωτοδικείου.

Πιστεύοντας ότι καθένας σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να φέρει την ευθύνη των πράξεών του, προπάντων όταν αυτή πρόκειται να επιβαρύνει ολόκληρο σώμα άξιο σεβασμού, καθήκον μου προς τους λοιπούς νομίζω πως είναι να προσθέσω ότι η περιέχουσα τα ανωτέρω απόφαση, φέρει την υπογραφή των αξιοτίμων κ. Πολέμη, κ. Τραμουντάνα, και Παπαλουκά, εισηγητής δε ήταν ο κ. Μεντελίδης».



Ε π ί μ ε τ ρ ο

Τα Χριστούγεννα του 1900, το σίγουρο είναι πως δεν ήταν τα πιο ευτυχισμένα του Ροΐδη. Τρία χρόνια πριν το θάνατό του (1904), καθώς είχε περιέλθει σε μεγάλη ένδεια, απολυμένος και από τη θέση του εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ανήμπορος και με αναπηρία αποσύρθηκε από την κοσμική ζωή ο λόγιος εμπνευστής της καυστικής φράσης πως:

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην,
η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας
και η Ελλάς τους Έλληνας!
 
Στην Ελλάδα, καθώς φαίνεται από παλιά, μπορεί να χιονίζει στον κάμπο της Λάρισας, να καταδικάζεται ένας αθώος λογοτέχνης για μετοχές ή έρχεται το ΔΝΤ κάθε 100 χρόνια, μα κάθε νύχτα Χριστουγέννων, για τους ΄Έλληνες, δεν μπορεί παρά να είναι «γιομάτη θάματα νάναι σπαρμένη μάγια»…


Καλές , χαρούμενες, ευτυχισμένες γιορτές!

 

 

 Στοιχεία για την Ιστορία του Παλιού Ελληνικού Χρηματιστηρίου
θα βρείτε στο λεύκωμα:
Αγώνας Ευθύνης
Σωματείον Χρηματιστηρίου Αθηνών

 

 

 
Κεράκι για τη Νάντια, τραγούδι απ΄τη Νάντια....
 
 Χανόμαστε μα δεν ξεχνιόμααστε:-)
 
NAMASTE!!!