Ε μ μ α ν ο υ ή λ   Ρ ο ΐ δ η ς ,  ο   λ ο γ ο τ έ χ ν η ς   τ ο υ    Χ ρ η μ α τ ι σ τ η ρ ί ο υ

 
Αναδιφώντας στα μυστηριώδη και φθαρμένα αρχεία της Εθνικής μας Βιβλιοθήκης, τα περισσότερα σε αρχαΐζουσα γλώσσα, όπου φυλάσσονται ανεκτίμητης πνευματικής  αξίας συγγράμματα δεν υποψιαζόμουν αρχικά πως  εκεί θα βρίσκονταν αγνοημένο και παραμελημένο πολύτιμο υλικό  ιστορικής χρηματιστηριακής παιδείας που θα έφερνε τη γνώση και την πείρα των παλαιοτέρων πιο κοντά στους νεότερους. 

Έτσι, ανάμεσα στους ελάχιστους λογοτέχνες που έγραψαν για το Χρηματιστήριο συγκαταλέγεται και ο Εμμανουήλ Ροΐδης ως ένας εμπνευσμένος  και προνοητικός συγγραφέας  που διέσωσε στα συγγράμματά του ένα σπάνιο κεφάλαιο της οικονομικής ιστορίας της χώρας μας καθώς σπανίζουν άλλες βιβλιογραφικές πηγές για το Χρηματιστήριο της εποχής εκείνης.

Γεννήθηκε το 1836, στη Σύρο. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του -επιφανούς εμπόρου της εποχής- που από μικρός τον ακολουθούσε στα ταξίδια του στη Γένοβα και τη Ρουμανία, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα του 1862, εγκαταλείποντας τις ανεπιτυχείς, άλλωστε, εμπορικές του δραστηριότητες και ασχολούμενος έκτοτε με τη δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία και τις εκδοτικές δραστηριότητες.

Αρθρογραφούσε σε αθηναϊκές εφημερίδες, εξέδωσε το δημοφιλέστερο έργο του την  «Πάπισσα Ιωάννα» και το 1875 κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία  το δηκτικότατο σατιρικό περιοδικό «Ασμοδαίος». Πνευματώδης και σημαντικός συγγραφέας με ιδιαίτερο προσωπικό στυλ,  χιούμορ και ειρωνική έως σκωπτική διάθεση  παρομοίαζε ο ίδιος το ύφος του με την μέθοδο της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα. ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον». Διότι καθώς ομολογούσε αυτός ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να κρατάει σε  εγρήγορση τον «απαίδευτο» Έλληνα αναγνώστη της εποχής του.
 
Διορίστηκε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης από το Χ. Τρικούπη, τον οποίο υποστήριζε θερμά. Το 1885, δυστυχώς, τραυματίστηκε βαριά από διερχόμενη άμαξα στην πλατεία Συντάγματος, γεγονός που μαζί με την επιτεινόμενη βαρηκοΐα του και το οικονομικό του αδιέξοδο, τον απομάκρυναν οριστικά από κάθε κοινωνική και κοσμική δραστηριότητα, ενώ συνέχιζε τη φιλολογική του δράση.
Εξέδωσε μία επιλογή έργων με τίτλο τα «Πάρεργα» και με την αποχώρηση του Τρικούπη από την πολιτική, απολύθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Πέθανε σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών, το 1904, από καρδιακή προσβολή.
 
Στα έργα του αποτυπώνει  τη νέα διαδικασία αστικής διόγκωσης της Αθήνας, προς το τέλος του 19ου αιώνα και τη σταδιακή εξαθλίωση των περιθωριακών στρωμάτων του αστικού πληθυσμού.   

Περιγράφει τη ριζική αλλαγή, που επήλθε στην  πρωτεύουσα και την εξάρτηση της οικονομικής ζωής της χώρας από τη συγκεντρωτική εξουσία της Αθήνας.

Τα διηγήματα του Ροΐδη διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην Ερμούπολη και στηρίζονται κυρίως σε προσωπικά του βιώματα. Σε όλα είναι διάχυτη η κριτική του στάση απέναντι στο κοινωνικό  και πολιτικό status της εποχής του, η οποία δυστυχώς ταυτίζεται με τη σημερινή ως προς τον κίνδυνο  πτώχευσης  που τελικά τότε δεν την απέφυγε.
 
Οι ήρωες  του Ροΐδη,  προσωποποιούν  την πορεία μετάβασης από το παρακμάζον αστικό κέντρο στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Αθήνα και την πελατειακή σχέση της περιφέρειας προς τον κρατικό μηχανισμό της πρωτεύουσας
 


Πανόραμα της παλιάς Αθήνας, (λήψη από Κολωνάκι)