Το πρώτο Χρηματιστήριο Πειραιά και αργότερα  «Δημαρχείον»

 
Με εκκωφαντικό συριγμό ήχησε τρις η μπουρού του μικρού ατμόπλοιου καθώς προσάραζε στο λιμάνι του Πειραιά πυροδοτώντας σαν καλό προσάναμμα τα εύφλεκτα και ήδη ξαναμμένα  πάθη του συγκεντρωμένου στην προβλήτα πλήθους, εκείνο το  νοτισμένο από ζέστη, θαλασσινή υγρασία και προεκλογική «καμαρίλα»   αυγουστιάτικο δειλινό του 1910.

Στην Ελλάδα ο οίστρος των προεκλογικών συγκεντρώσεων, ανέκαθεν, αποτελούσε το λάθος κανάλι της ψυχολογικής εκτόνωσης των αγωνιστικών φρονημάτων και της συσσωρευμένης μαχητικότητας του πλήθους  ή και το προσωρινό υποκατάστατο της σύμπνοιας και της ομαδικής δράσης  που απουσιάζει, εν γένει, από τις διχαστικές συμπεριφορές του περιώνυμου λαού μας.

Σάββατο κι απόβραδο και μια υπόκωφη φασαρία, σαν συρφετός, με αδιάκοπα σούρτα – φέρτα και  ασυνήθιστη οχλοβοή αναστάτωναν το γραφικό λιμάνι του Πειραιά λες και φύσαγε μελτέμι με αρκετά μποφόρ. Άμαξες πηγαινοέρχονταν αποβιβάζοντας σικάτες και παρφουμαρισμένες κυράδες με κρινολίνα κι ομπρελίνα.
  


 

Συντεχνίες επαγγελματιών χειρονομούσαν φωνασκώντας σε αυτοσχέδια πηγαδάκια ενώ παραδίπλα, ηλικιωμένοι και μεσήλικες βίωναν την υπαρξιακή τους επιβεβαίωση μέσα από  αψιμαχίες  του ποδαριού. Μεταξύ των άλλων, ομάδες φοιτητών και γυναίκες κάθε ηλικίας  ανακατεμένες με πολλά παιδιά  ζούσαν το δικό τους αλλόκοτο πανηγύρι.

Παραπέρα, έκανε αισθητή την παρουσία της μια παρέα  λογίων όπου κάποιος απάγγελνε αυτάρεσκα, παραφθαρμένους  στίχους από το «Πρώτο σκαλί» του Καβάφη, γραμμένο γύρω στα 1899,
«Εδώ που εφθάσαμε λίγο δεν είναι
τόσο που εκάμαμε, μεγάλη δόξα»...,
με δόση ειρωνείας, προφανώς, για τα καμώματα των πολιτικών της εποχής Της ίδιας εποχής, του 1910,  η οποία τροφοδότησε την έμπνευση του ποιητή για την ακόλουθη   δημιουργία του  στο περιοδικό «Νέα Ζωή» :

«Η πόλις

Είπες• «Θα πάγω σ΄ άλλη γη, θα πάγω σ΄ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ΄ αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ΄ είν΄ η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ…».


 

Παραμονή εκλογών, λοιπόν της 8ης Αυγούστου του 1910. και μόλις προσάραξε το μικρό ατμόπλοιο στο λιμάνι του Πειραιά ο κόσμος με ζητωκραυγές και επευφημίες υποδέχτηκε θερμότατα τους «Ενωτικούς». Η κουστωδία με τους παρατρεχάμενους επί της υποδοχής του κλιμακίου οδήγησε τον επικεφαλής πολιτικό άνδρα Δ. Ράλλη  στο παρακείμενο ξενοδοχείο «Παράδεισος» από τον εξώστη του οποίου εκφώνησε το λόγο του  που άρχιζε κάπως έτσι:

«Δεν είναι περίσταση ενθουσιωδών εκδηλώσεων ούτε λόγων. Εν τούτοις επειδή αύριο θα κληθείτε να ασκήσετε το ύψιστο των δικαιωμάτων σας για τούτο ανάγκη πάσα να λογοδοτήσωμεν. Από έτους και πλέον το έθνος διατρέχει τον έσχατο των κινδύνων, το εμπόριο πάσχει, η βιομηχανία φυτοζωεί και ο λαός πεινά»…..