Ναός και Καπιτώλιο Λαός και Κολωνάκι
G o l d m i n e
Στατικές σελίδες
Σύνδεσμοι


Οι εργάτιδες των Αθηνών,1887
1247 αναγνώστες
Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009
09:07



Ε ι σ α γ ω γ ι κ ά
 
Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αιώνα, μια μεταβατική εποχή, που διαπλάθει ένα νέο γυναικείο πρότυπο. Το 1887, ήταν η χρονιά που ακούστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το σύνθημα «ψήφος στη γυναίκα». Και μόνο γύρω στο 1897 η Ελληνίδα καταφέρνει να γίνει δεκτή στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο, μετά από ηρωικές προσπάθειες.
 
Χρειάστηκαν υπεράνθρωποι αγώνες τριάντα επτά χρόνων, μέχρι το 1934, όταν, για πρώτη φορά, ψήφισαν 234 γυναίκες, στις δημοτικές εκλογές, αφού δικαίωμα ψήφου, κατ΄αρχήν, είχαν μόνο οι εγγράμματες, τη στιγμή που το 70%, περίπου, ήταν αναλφάβητες.
 
Όταν οι γυναικείες φυλακές δε διέθεταν ακόμη ούτε γιατρό (το 1900 διορίστηκε εκεί η πρώτη γυναίκα γιατρός) οι γυναίκες δεν μπορούσαν καν να μιλάνε για εργασιακά δικαιώματα.
 
Η εικόνα της εργατικής γυναικείας τάξης προβάλλει μέσα από την περιγραφή του Αρ. Κουρτίδη στον Τύπο της εποχής, όπου πλήθος κοινωνιολογικών πληροφοριών προκύπτουν για την οικονομική αλλά και την εν γένει θέση της ελληνικής οικογένειας και καθίστανται εμφανείς, συγκριτικά, οι κατακτήσεις του γυναικείου φύλου, στην εποχή μας,122 χρόνια μετά.
 

 
«Ο περαστικός της οδού Ερμού, το πρωί, μετά την ανατολή του ήλιου, βλέπει ένα γραφικό θέαμα. Ενώ ο θορυβώδης δρόμος μόλις αφυπνίζεται και κάπου - κάπου φαίνεται κανένας υπάλληλος να ανοίγει τη θύρα και τα παραθυρόφυλλα κάποιου εμπορικού, οι μικρές εργάτριες, ράπτριες, επί το πλείστον, από τις συνοικίες, κυρίως, της Πλάκας και του Ψυρή παρελαύνουν σε ομάδες μεταβαίνοντας στο ημερήσιο έργο τους.

Βαδίζουν γρήγορες, ζωηρές και δροσερές σα να λούστηκαν στη δροσιά του πρωινού, με την αβρότητα της νεότητάς τους, με το φόρεμά τους από τσίτι ή φτηνό αλπαγά και το επανωφόρι που περισφίγγει και αναδεικνύει κομψά την πλαστικότητα του σώματός τους, με το καστανόχρωμο, ψάθινο καπέλο ή με ξεσκέπαστη την κεφαλή και με την κόμη να καταλήγει σε πλεξίδα ή να συγκρατείται «υπό κτενός».
 
Είναι τόσο χαριτωμένες ώστε απορεί κανείς πώς καταφέρνουν να επιδεικνύουν τέτοια καλαίσθητη φιλαρέσκεια μόνο με το δέσιμο της πλούσιας κόμης τους και με την άσπιλη καθαριότητά τους.

Στα χέρια τους κρατούν μικρό δέμα περιτυλιγμένο με εφημερίδες. Είναι το ψωμί τους. Το λιτό γεύμα τους θα συμπληρώσουν το μεσημέρι με πέντε λεπτά τυρί η ελιές από το παντοπωλείο.

 
Την πενία τους την αντιμετωπίζουν αξιοπρεπέστατα, με γενναιότητα, σα να την άφηναν στη φτωχή τους οικία και να μην την έπαιρναν μαζί τους. Έτσι, ούτε τη δειλία της αισθάνονται ούτε τη συστολή της. Αντίθετα, γελούν και αστειεύονται περίεργα, στρέφοντας ανήσυχα τα κεφάλια, ενώ μερικές στρέφουν χαμηλά τα μάτια αλλά με πονηριά, κρατούν το βλέμμα κάτω απ΄ τις βλεφαρίδες και παρατηρούν χωρίς να βλέπουν.
 

Οι ωραιότερες βαδίζουν στο μέσο της εξάδας και άρχουν του ομίλου «υψαύχενες», ευθυτενείς και ευτυχείς διότι την καλλονή τους επιβεβαιώνει κάθε τόσο όχι μόνο ο μικρός καθρέφτης που κρύβουν στοργικά στο θυλάκιο αλλά και το θαυμαστικό επιφώνημα του υπαλλήλου του εμπορικού, το οποίο, κατά βάθος, τις συγκινεί, ενώ παριστάνουν πως δήθεν τις εξοργίζει.

Έχουν δίκιο που είναι χαρούμενες για την καλλονή τους. Η ομορφιά είναι το ύψιστο μέλημα των πλουσίων γυναικών. Πώς να μην είναι και των φτωχών κορασίδων, των οποίων ο μόνος πλούτος είναι το καλλίγραμμο σώμα, χρυσός οι βόστρυχοι της κεφαλής, μαργαριτάρια τα δόντια και κοράλλια τα χείλη;

Αλλά το μεγαλύτερο θέλγητρο που τις περιβάλλει είναι ότι μοσχοβολούν «οικογένεια». Το ραπτικό κατάστημα δεν αφαιρεί απ΄ αυτές το νοικοκυρεμένο και σπιτικό εκείνο ήθος, που κοσμεί τα κορίτσια των οικογενειών.

Δεν έχουν την προπέτεια του βλέμματος, της γλώσσας και των κινήσεων που έχουν αλλού οι ράπτριες. Μοιάζουν με μαθήτριες. Κι όταν σχολάνε το απόγευμα, μετά από εντεκάωρη εργασία στο κατάστημα και ανάπαυλα μιας μόνο ώρας, τίποτα δε λείπει από το σχόλασμα Παρθεναγωγείου.

Ούτε ο συνωστισμός μπροστά στην πόρτα ούτε η αγαλλίαση από την αποτίναξη της κούρασης ούτε ο βόμβος και η ορμητική έξοδος, όπως κάνουν οι μέλισσες, όταν ανοίγουν την κυψέλη ούτε η βίαιη κίνηση της γλώσσας και του σώματος μετά την καθήλωση πάνω στο ξύλινο θρανίο ούτε ο ψαρομάλλης πατέρας ή η γριά μητέρα ή ο αδελφός, που τις περιμένουν για να τις οδηγήσουν στο σπίτι.

 
Οι περισσότερες από τις ράπτριες είναι άπορες. Σε πολλές, το υπόγειο που ζουν μεταφέρει το ψύχος μέχρι την καρδιά τους και μαρτυρεί την έλλειψη άνδρα στην οικογένεια. Ο πατέρας πέθανε ή είναι ανάπηρος. Ο αδελφός η βγήκε κακός η παντρεύτηκε και μεριμνά για τη νέα του οικογένεια εγκαταλείποντας στην τύχη της την παλιά. Και η κόρη πριν γίνει γυναίκα αναγκάζεται να γίνει άνδρας.
 
Συχνά, έχει και μικρά αδέλφια και λίγοι ξέρουν τι απαιτείται για να ανατραφούν και πόσο σπαραξικάρδιο είναι να τα βλέπεις να σε παρατηρούν τρέμοντας με τα ικετευτικά ματάκια τους γεμάτα βουλιμία.
 
Αλλά η κόρη η ράπτρια τα εξοικονομεί όλα. Χάρη σε αυτήν έχει λάδι το λυχνάρι και μπαίνει η χωμάτινη χύτρα στη φωτιά. Κι αφού διωχτεί το ρίγος και η πείνα φαιδρύνεται λίγο το δύστυχο υπόγειό τους.
 
Όμως, τα ταλαίπωρα δάχτυλά της, που κινούνται, νυχθημερόν και τα ταλαίπωρα μάτια της, που σκύβουν, νυχθημερόν πάνω στο ράψιμο κουράζονται και αποκάμνουν - διότι για να επαρκεί στις δαπάνες εργάζεται και τη νύχτα – και θα έκλειναν βαριά αν δεν της ψιθύριζε η ήσυχη αναπνοή των αποκοιμισμένων μικρών αδελφών και της ασθενικής μητέρας μέχρι το βάθος της ψυχής της τα εξής:
 
«Κοιμόμαστε γιατί ξαγρυπνάς εσύ, δεν ανησυχούμε για το ψωμί μας το αυριανό γιατί θα μας το προμηθεύσεις εσύ. Ζούμε γιατί εργάζεσαι εσύ».
 
Και συνεχίζει να εργάζεται με εγκαρτέρηση.
 
Αλλά μέχρι να καταφέρει να κερδίζει δυο δραχμές τη μέρα πόσο οδυνηρή και άθλια μαθητεία πέρασε! Πόσες φορές επέστρεψε με άδεια χέρια χωρίς ούτε ένα λεπτό και με μοναδική αμοιβή μία δεκάρα όταν πήγαινε φορέματα από το κατάστημα σε κάποιο σπίτι. Πόσο δραματικές ήταν οι νύχτες αυτές!
 
Σιγά – σιγά, το ημερομίσθιο αυξήθηκε σε πενήντα λεπτά, ογδόντα λεπτά, μία δραχμή και έφτασε τις δύο δραχμές. Τώρα η ασθενής μητέρα δεν εργάζεται. Μπορεί να ασθενεί χωρίς ανησυχία για την οικογένεια. Τώρα έγινε η κόρη μητέρα στη θέση της μητέρας. Κι όταν της ψιθυρίζουν το πρωί ή το απόγευμα πειράγματα, λέξεις φιλόφρονες αλλά και χυδαίες, πόσο μακριά είναι ο νους της από αισθήματα του δρόμου και βλέμματα αυθάδη!
 

Άλλες είναι ορφανές. Εργάζονται μόνο για τον εαυτό τους ή αν έχουν μητέρα μπορεί κι αυτή να πλένει ή να πλέκει. Αυτές οι εργάτριες δεν αγρυπνούν για την εργασία τους ούτε εκνευρίζονται. Και όταν μάθουν καλά το έργο τους αποσύρονται στην απόμερη συνοικία τους, κολλάνε ένα φιγουρίνι από κάποιο περιοδικό του συρμού έξω απ΄ το παράθυρό τους και «βαφτίζονται» μοδίστρες για τη γειτονιά τους.
 
Άλλες, πιο προνομιούχες, εργάζονται όχι για να ζήσουν αλλά για να ενδυθούν. Φροντίζουν άλλα χέρια, ανδρικά για τους λογαριασμούς τους στον παντοπώλη και τον αρτοποιό. Αυτές εργάζονται για την προίκα τους. Τόσα νυφικά φορέματα περνούσαν από τα χέρια τους, λογικό δεν ήταν να ενδιαφερθούν και για τα δικά τους;
 
Η μέγιστη ικανοποίηση τους ήταν να ακούσουν κατά το γάμο τους με φτωχό εργάτη τη γειτόνισσα να ψελλίζει πως «την προίκα της την έκανε με το βελόνι της»!
 
Μερικές πάλι είναι ακόμη πιο τυχερές αφού οι γονείς τους είχαν δικό τους σπίτι και κτήματα. Ωστόσο, οι μητέρες τους τις στέλνουν σε καλή μοδίστρα για να γίνουν «οικοκυραί». Να μάθουν να κόβουν και να ράβουν με τα χέρια και όχι με τη γλώσσα. Να γίνουν επιδέξιες, να ξυπνήσουν, διότι το «μηδέν άγαν» δεν ισχύει για την προίκα. Θεωρούν το ραπτικό κατάστημα ως πρακτικό, επιμορφωτικό σχολείο.
 
Και πράγματι. Αναπτύσσονται, μαθαίνουν να μιλούν καλύτερα, έρχονται σε συνάφεια με τόσες κυρίες, μπαίνουν σε τόσα σπίτια για δοκιμή φορέματος ή άλλες παραγγελίες, βλέπουν, ακούν, αποκτούν το ύφος εκείνο της συμπεριφοράς με την τεχνητή αβροφροσύνη, που είναι προτιμότερο από τη δική τους ακαμψία στους τρόπους.
 
Κυρίως δε στην κοινωνία μας, όπου η κοινωνική τάξη διαμορφώνεται, συχνά, ανάλογα με τα χρηματοκιβώτια και ο πλούτος, όταν έρθει, μπορεί να βρει τις κυρίες απροετοίμαστες στην αριστοκρατική συμπεριφορά, να μιμούνται την καλή κοινωνία υπό τύπον παρωδίας, αναγκάζονται να μάθουν εσπευσμένα όσα προλάβουν.
 
Έτσι, οι ράπτριες μαθαίνουν να αποστηθίζουν όλη την ξενική φρασεολογία του συρμού και να ενδύονται κομψότατα με βολάν, πλισέδες και γαρνιτούρες και τόσα άλλα που γεμίζουν το στόμα και την κεφαλή των γυναικών.
 
Αναπτύσσονται, λοιπόν και η εξέλιξή τους είναι μεταδοτική. Όλη η οικογένεια αισθάνεται την επίδρασή τους. Οι νεαρές κόρες απαλύνουν την τραχεία επιδερμίδα της ιθαγενούς Πλακιώτισσας. Ντύνουν καλύτερα τις αδελφές τους, προσφέρουν καθημερινά τη γνώση τους και την καλαισθησία τους, όπως και το ημερομίσθιό τους στην οικογένεια.
 
Δεν καταπιανόμαστε να αναλύσουμε αν ο πλούτος, που καθημερινά αγγίζουν οι ράπτριες ξυπνάει μέσα τους την επιθυμία για την απόκτησή του. Αν τα μεταξωτά και τα βελούδα που καταπιάνονται τη μέρα δεν πετούν στη σκέψη τους, στο πενιχρό δωμάτιό τους, τη νύχτα, γύρω απ΄ το προσκεφάλι τους. Αν η οδός έξω και οι άμαξες και η επ΄ αυτών εποχούμενη αναιδής πολυτέλεια δεν αποτελεί κακό παράδειγμα γι΄ αυτές. Αν αφού αποκάμουν να ασχολούνται με την πολυτέλεια των άλλων αποφασίσουν να ασχοληθούν και με δική τους πολυτέλεια.
 
Αυτά είναι αντικείμενο άλλης μελέτης. Αυτό που προκύπτει, σαφώς, είναι πως το έδαφος των ραπτικών καταστημάτων δεν είναι τόσο ολισθηρό, διότι δεν εξωθεί σε αποστασία από τις οικογενειακές εστίες. Προσφέρει, μάλιστα, τον επιούσιο άρτο και τη χειραφέτηση σε νεανίδες, που δε μένουν θαμμένες στον πατρικό οίκο αλλά εξέρχονται για αναζήτηση εργασίας.
Πηγή: Αρ. Κουρτίδης, 1887

Σ.σ.: Η επιλογή θέματος, για τη συγκεκριμένη εποχική συγκυρία, από την ιστορία της γυναικείας, εργασιακής δραστηριότητας, σε ένα μέσο με υψηλά τα ποσοστά της ανδρικής επισκεψιμότητας, όπως το Capital.gr συμπίπτει με τον πάνδημο γιορτασμό της Μεγαλόχαρης σε κάθε γωνιά της Ελληνικής επικράτειας. Κάθε ελληνική οικογένεια, ανέκαθεν, κρύβει τη δικιά της Παναγιά, είτε στη σφαίρα της πίστης είτε στο Γολγοθά της επιβίωσης, μια «κοπτοράπτρια» μάνα, γιαγιά, αδελφή, σύντροφο που με περισσή μαεστρία κόβει και ράβει επιδέξια τις ζωές των μελών της οικογενείας της.

Χρόνια πολλά για το Δεκαπενταύγουστο!


Η Παναγιά η γοργόνα, στη Σκάλα Συκαμνιάς Λέσβου, απ΄ όπου και το ομώνυμο διήγημα του Στρατή Μυριβήλη, για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες της Μικρασίας.

Πληροφορίες για την Ιστορία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου από το 1876
 
 

Σχόλια

17/08 13:03  cormorano
Καλημέρα χρόνια πολλά και καλή εβδομάδα σε όλους!

Άψογα όλα... αλλά και το cartpostal πάνω ψηλά... λέει πολλά...

Πως πάμε από διακοπές ;;;

Καλά να περνάτε όλοι!
17/08 14:31  Goldmine
Xαίρε κορμοράνο.
Ευχές και σε σένα.
Σιγά-σιγά άρχισε η αντίστροφη
μέτρηση για τις διακοπές.
Καλή επιστροφή σε όλους!
17/08 15:21  pol
Σε διάβασα κι έζησα το ηρωικό δρομολόγιο της γυναίκας-μάνας την τότε...εποχή!Το γάλα της αγελάδας έπρεπε να γίνει γιαούρτι και στη συνέχεια εισιτήρια λεωφορείου για τον πηγαιμό στο Γυμνάσιο..και όχι μόνο!
Χρόνια πολλά στις σύγχρονες ηρωίδες !
17/08 16:11  PREMIUM

ΓΡΙΦΟΣ :

Τις περισσότερες...Γιώτες-ηρωίδες σε ποια περιοχή της Ελλάδας τις βρίσκουμε ;-)
17/08 16:50  Ηρακλής
Μόλις τώρα είδα το σχόλιο σου στο Μπογκ μου.
Είμαι ακόμα εδώ, και το πρωι έπινα καφέ στου Καζάζη και σκεφτόμουν αν είσαι εδώ ακόμα.
Εγώ φέτος την έκανα Δικελί να δούμε κι εκεί τι γίνεται,τη Τρίτη πριν από σένα.
Από σαρδέλλα πήξαμε.
Αν βρεις καιρό να πας για φαι στο ΚΑΜΙΝΙ στη Πεδή ( Μανταμάδο μεριά ).
Και γυρίστε επιτέλους στις δουλειές σας, μπας και βρούμε εισητήριο να γυρίσουμε κι εμείς! ( Αφού δούμε στην Αιολία και τα δυό φεγγάρια του Αύγουστου !).
Κατέβα και στο ΧΤΑΠΟΔΙ και πες τ όνομα μου.!

17/08 17:17  Nantia42
"Αυτό που προκύπτει, σαφώς, είναι πως το έδαφος των ραπτικών καταστημάτων δεν είναι τόσο ολισθηρό, διότι δεν εξωθεί σε αποστασία από τις οικογενειακές εστίες. Προσφέρει, μάλιστα, τον επιούσιο άρτο και τη χειραφέτηση σε νεανίδες, που δε μένουν θαμμένες στον πατρικό οίκο αλλά εξέρχονται για αναζήτηση εργασίας"

XA!

Πως με "φυσικο" και "μοιραιο" τροπο ,μεσα απο ιδεολογηματα , μυθους και στερεοτυπα, κατανεμονται οι ρολοι !

Μ αρεσε το κειμενο Gold ,βαζει και τα πραγματα στη θεση τους.
Απο αναγκη το εκαναν , αργοτερα ψιθυρισαν οτι ειναι και δικαιωμα.

Σε διακοπες εισαι , καλα να περνας !
17/08 17:58  Goldmine
Kαλώς τους!

Συγκινητικό Πολ, καθόσον ανάγεται στη σφαίρα των προσωπικών βιωμάτων σου!
Αν βρίσκεται στη ζωή, της φιλώ το χέρι...

@Ηρακλή, σάμπως καλά να περνάς μου φαίνεται στο γυναικοχώρι:-)
Αν υποψιαστώ πως πίναμε τον καφέ δίπλα - δίπλα στου Καζάζη και δεν γνωριστήκαμε θέλουμε ξύλο κι οι δυό:-)
Τώρα του χρόνου πια ραντεβού στη Δεκέλεια, την Πέργαμο, ή την Φώκαια...στις πάλαι ποτέ λυχνίες του Ελληνισμού...
Στο Αϊβαλί, πουλάγανε στα παζάρια ελληνικά χειρόγραφα για πέντε ευρώ...Πίκρα!...
Έτσι γύρισα με τίτλους πίσω...
Τιτλούχος, με συμβόλαια του 1920!

Μόλις γυρίσετε κι εσείς θα σημάνει πια τέλος εποχής. Με το καλό!

Εμείς φάγαμε χθες ένα οχταράκι (μποφόρ) που ήταν όλο δικό μας! Με το "νήσος Χίος" και το κύμα να βρέχει μέχρι τον έβδομο όροφο έξω από τη Σύρο. Άστα...

Σαρδελίτσα, τρώει μέχρι και ο γάτος μας, σήμερα. "Σούσι", που παστώθηκε χθες το πρωί μέσα στη βάρκα απ΄ τον ψαρά που την αλίευσε! Φέτος έχει μεγάλη παραγωγή με χαμηλή τιμή (4 ευρώ το κιλό). Είναι άδικο για τον κόπο που κάνουν αυτοί οι ήμεροι βιοπαλαιστές άνθρωποι της θάλασσας.
Το ΧΤΑΠΟΔΙ και το ΚΑΜΙΝΙ θα τα τιμήσω στο επόμενο ταξίδι. Μπορεί και σύντομα:-)
Χάρηκα που είχα νέα σου!
17/08 18:10  Goldmine
Νάντια, καλησπέρα!

Ευχαριστώ για το "επί της ουσίας" σχόλιό σου!

Στην πατρίδα μου τη Λέσβο, έστελναν μέχρι τη δεκαετία του ΄60 τα κορίτσια στην Αυστραλία για να παντρευτούν κάποιον, που τον είχαν δει μόνο σε φωτογραφία και να σώσουν όλη την οικογένεια από τη φτώχια. Έπαιρναν, έτσι στις πλάτες τα οικογενειακά βάρη. Αποδεικνύεται πώς η γυναίκα υπήρξε και, εν πολλοίς, παραμένει στυλοβάτης για την ελληνική οικογένεια.

Όπου κι αν σε βρίσκει το μήνυμά μου εύχομαι να περνάς δροσερά κι ευχάριστα!

@ Πρεμ, να υποθέσω πως εννοείς την πατρίδα σου τη Φθιώτιδα (αν θυμάμαι καλά);
17/08 18:59  groyma stella
Καλησπερα σε ολους.
Σιγα σιγα επιστρεφουμε .
Ευα πολλα πολλα αστερια.
17/08 19:49  PREMIUM


...η ιδιαίτερη πατρίδα μου συμπίπτει με εκείνη της μαρίας πενταγιώτισσας, της παγκόσμιας πρώτης πάνκχορστ ! :-)

http://el.wikipedia.org/wiki/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1_%ce%a0%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1
17/08 20:54  Goldmine
Στέλλα, καλώς να ανταμωθούμε στο e-στέκι μας και ευχάριστη να είναι η συνέχεια για όλους μας. Για τα αστέρια σου, ευχαριστώ!
17/08 21:02  pol
Να σαι πάντα καλά και καλή συνέχεια διακοπών στην όμορφη πατρίδα σου!
Σε παρακαλώ θέλω να ρωτήσεις πόσο χρόνο πρέπει να βάζω στο αλάτι τη μικρή σαρδελίτσα;
Ευχαριστώ
17/08 21:25  Goldmine
Λοιπόν Πολ,όπως είδα τη διαδικασία, θέλει αλατάκι ημίχονδρο, κάθε στρώση και μια μικρή χουφτίτσα. Το ίδιο και επάνω. Το βράδυ χύνεις τα υγρά που βγάζουν και τις βάζεις στο ψυγείο σκεπασμένες με κληματόφυλλο. Τρώγονται την ίδια μέρα, μετά από απολέπιση, φυσικά...Και το καθάρισμα από το κεφάλι προς τα κάτω:-)
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
16 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις