Eπιστολικό δελτάριο από τη Σύρο του 1904


Ασυνήθιστη ζωηρότητα στις συναλλαγές οδηγούσε πλήθος συναλλασσόμενων Ελλήνων καθημερινά στο προαύλιο του Χρηματιστηρίου.  Ήταν τόσο μεγάλη, μάλιστα,  η κοσμοσυρροή στους πέριξ δρόμους ώστε όλη η οδός Πεσμαζόγλου κατακλυζόταν από θαμώνες κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης.


Στις καθημερινές αυτές συγκεντρώσεις εντύπωση έκανε και η σημαντική εκπροσώπηση του ωραίου φύλου που δεν έχανε την ευκαιρία να επιδεικνύει τα πολυτελή του ντυσίματα.  

Όλες σχεδόν οι τιμές των μετοχών ανέβαιναν με έντονο ρυθμό καθημερινά,  εξαιτίας  των αθρόων αγορών. Μεγαλύτερη άνοδο, μάλιστα, παρουσίαζαν οι μετοχές των Ατμοπλοϊκών Εταιριών.

Για την απότομη άνοδο των μετοχών της Εθνικής Ατμοπλοΐας, μάλιστα, γράφτηκε στον Τύπο πως οφειλόταν στην αγορά «πακέτου» 6.000 μετοχών από τον επιχειρηματία Μ. Εμπειρίκο.

Όταν κάποια στιγμή οι τιμές ξεπέρασαν κάθε αναμενόμενη αύξηση, από φόβο μη συνεχίσουν, επενέβη η Επιτροπή του Χρηματιστηρίου και όρισε συμβατικές τιμές στις μετοχές του Παληού,  της Εθνικής Ατμοπλοΐας, της Τραπέζης Αθηνών και των Οίνων. Αυτά τα πέντε ήταν τα περισσότερο κερδοσκοπικά χαρτιά και  οι τιμές τους είχαν λάβει τη μεγαλύτερη άνοδο, γύρω στις 23 Ιανουαρίου του 1918, όπως φαίνεται στον πίνακα:

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΤΙΜΕΣ

30-12-1917

ΤΙΜΕΣ

22-1-1918

ΤΙΜΕΣ
ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ

23-1-1918

ΠΑΛΗΟΥ

 

189,75

244,25

230

ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΤΜΟΠΛΟΙΑΣ

274,50

342,50

335

ΟΙΝΩΝ

 

179,5

213

210

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

78,5

88

85

Επί πλέον, η Επιτροπή απαγόρευσε από την 1η Φεβρουαρίου τη διενέργεια προθεσμιακών πράξεων για τα πέντε αυτά χρεόγραφα. Επέτρεπε μόνο πράξεις τοις μετρητοίς.  Έπρεπε δε να γίνεται εκκαθάριση μέσα σε 24 ώρες ανυπερθέτως.

Αν και το πρακτικό της 23ης Ιανουαρίου δεν αιτιολογεί τη ληφθείσα απόφαση, φαίνεται, μάλλον, πως η Επιτροπή ήθελε  να ελέγξει μήπως υπάρχει αδυναμία κάποιου μέλους να πληρώσει  ώστε να αποτραπούν μεγαλύτερες ζημιές.

 
 


Στα τέλη Φεβρουαρίου νέα μεγάλη άνοδος παρατηρήθηκε.

Τότε η κυβέρνηση για να επιτύχει αποκλεισμό της κυβείας «τα θύματα της οποίας συναντώνται στις λιγότερο εύπορες τάξεις», όπως ανέφερε ο οικονομικός Τύπος της εποχής, εξέδωσε ένα Β. Διάταγμα που δημοσιεύτηκε αυθημερόν στο, με αριθμό 45, ΦΕΚ.

Σύμφωνα με αυτό:

1. Απαγορεύονταν οι επί προθεσμία συναλλαγές από 1ης Μαρτίου 1918.
2. Επιτρεπόταν οι συναλλαγές που συνάφθηκαν,  επί προθεσμία, μέχρι τέλους Φεβρουαρίου να μεταφερθούν μέχρι τέλος Μαρτίου.
3. Οι πράξεις τοις μετρητοίς έπρεπε να καθαρίζονται το αργότερο την επόμενη εργάσιμη .
4. Απειλούνταν με αποβολή το μέλος του Χρηματιστηρίου (χρηματιστής) που θα ενεργούσε παράβαση του Διατάγματος.

Αλλά ούτε αυτά τα δραστικά μέτρα κατάφεραν να περιορίσουν την κυβεία που εύρισκε τρόπους να δρα στα κρυφά, έξω από τα νόμιμα πλαίσια.


 

 

«Εξάλλου ο περιορισμός των προθεσμιακών πράξεων σε μία αγορά όπου κυκλοφορούσε άφθονο χρήμα, άφηνε ελεύθερο πεδίον δράσης στους μεγάλους κεφαλαιούχους, οι οποίοι, ελλείψει αντιπάλου, εύκολα κυριαρχούσαν στην αγορά αφού η υποτιμητική κερδοσκοπία μπορούσε να ασκηθεί μόνο με προθεσμιακές  πράξεις». Μ. Πλατανόπουλος

 

 


 


 


Δεν αδράνησαν, εν τούτοις, οι αρχές. Μετά από σαράντα μέρες, στις 8 Απριλίου, αποφάσισαν να δοκιμάσουν άλλο μέτρο για την ανάσχεση της κερδοσκοπικής διάθεσης.

Επιβλήθηκε, έτσι, περιορισμός των ημερών εργασίας του Χρηματιστηρίου σε τρεις (Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και ώρα 10-12 π.μ.) 

Στην πράξη, παρά ταύτα, αποδείχτηκε ότι το μέτρο αυτό διηύρυνε, μάλλον, παρά περιέστειλε την αναπτυσσόμενη εκτός Χρηματιστηρίου κυβεία τις μέρες και τις  ώρες που αυτό  δεν λειτουργούσε.

Έτσι, στις 21 Μαΐου, αποφασίστηκε οι συναλλαγές τοις μετρητοίς -οι μόνες επιτρεπόμενες- να διενεργούνται κάθε μέρα από τις 10 μέχρι τις 11 το πρωί. Περιορίστηκε, λοιπόν, η διάρκεια της συνεδρίασης σε μία ώρα για να μη μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας λειτουργίας του Χ.Α.

Αλλά ο εντεινόμενος ρυθμός αύξησης των καθημερινών συναλλαγών απέδειξε και πάλι  ανεπαρκή τα μέτρα και συγκεκριμένα τη μία ώρα λειτουργίας του Χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα πλείστες εντολές ή να μένουν ανεκτέλεστες η συνηθέστερα να εκτελούνται εκτός του Χρηματιστηρίου «απ΄ έξω» κατά την καθιερωμένη έκφραση. Ως  εκ τούτου και κατόπιν σχετικού υπομνήματος του Χ.Α. προς το Υπουργείο Οικονομικών από της 9ης Ιουλίου καθιερώθηκε και πάλι η   λειτουργία του Χρηματιστηρίου τις τρεις μέρες της εβδομάδας. Το καθεστώς αυτό εξακολούθησε μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου.

Από την ημέρα αυτή καθιερώθηκε και πάλι η καθημερινή συνεδρίαση.

Σ.σ: Τα παραπάνω στοιχεία ελήφθησαν από την οικονομική εφημερίδα  «Πλούτος» της εποχής εκείνης,  γιατί στα Πρακτικά της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου τίποτα δεν είναι καταχωρημένο σχετικά με τη λειτουργία του  Χ.Α, την ιστορική αυτή εποχή.

 


 
 Διαφήμιση της Τράπεζας Αθηνών στην εφημερίδα Πλούτος, 1916
 


Επιμέλεια: Εύα Αρβανίτη - Μιχαλοπούλου


Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στο λεύκωμα «Αγώνας Ευθύνης, Σωματείον Χρηματιστηρίου Αθηνών».

http://www.capital.gr/history_of_xaa/Default.aspx?id=772373&pg=3