Η στριγκλιά της ημιλιπόθυμης κυράς, σαν φιδίσιος, συριστικός συριγμός διαπέρασε την αιθαλομίχλη του δρόμου, καθώς σωριαζόταν κατάχαμα, σπρωγμένη απ΄ το άτακτο πλήθος, με τον τρόμο διάχυτο στο κέρινο πρόσωπο και με συσπάσεις έντονου πόνου να αυλακώνουν τη ρυτιδιασμένη της όψη. 

Η αυτοσχέδια ανθοδέσμη της, με βιολέτες, φούλια και μπουμπουκιασμένα μαγιάτικα ρόδα, που την προόριζε για το νέο Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, στενό της γνώριμο από την πατρίδα τους, την Αμφίκλεια  Φθιώτιδας,  εν ριπή οφθαλμού, μέσα απ΄ τα χέρια της βρέθηκε κάτω απ΄ τη ρόδα μιας διερχόμενης άμαξας, να κάνει παρέα σ΄ ένα ποδοπατημένο καλογερικό ταγάρι, που απέπνεε αγιορείτικο λιβάνι. Έμαθε πως σήμερα ο διοικητής θα επισκεπτόταν την αίθουσα συναλλαγών του Χρηματιστηρίου κι έτρεξε να τον προϋπαντήσει, πριν την προϋπαντήσουν νέα βάσανα την ίδια...

- Κύριε ελέησον!  βρυχήθηκε η  ηλικιωμένη γυναίκα, μόλις τα  άτια  χλιμίντρισαν απειλητικά από πάνω της,  έτοιμα να την ισοπεδώσουν. Τα ατυχήματα και οι θάνατοι  πεζών από άμαξες, τα χρόνια τούτα, βύθιζαν στο πένθος καθημερινά την αθηναϊκή κοινωνία.

Κυριολεκτικά, το αδιαχώρητο επικρατούσε στα χωματένια δρομάκια έξω από την Πεσμαζόγλου εκείνο το μαγιάτικο πρωινό. Ανθρωποπλημμύρα  στους γύρω δρόμους κι ένα  εκκωφαντικό βομβητό σαν από δεκάδες άγρια μελίσσια. Σπρωξιές, σκουντήματα, χειρονομίες, ξεφωνητά, αλαλούμ, πάταγος  και πανικός διάχυτα ολούθε.

Κάθε ηλικίας, φύλου και προέλευσης Έλληνες. Φουστανελάδες, στρατιωτικοί, καθηγητές και μεσίτες, συνωθούνταν ανακατεμένοι με γυναίκες της υψηλής κοινωνίας, με αμούστακα μειράκια, με υπηρέτριες, με αχθοφόρους της αγοράς, με τσαγκάρηδες και λούστρους, με τραπεζίτες, εμπόρους, αγρότες ναυτικούς και μαγαζάτορες που κλείσανε τα καταστήματα για την ηρωική κάθοδο έξω από το ναό των συναλλαγών. Όλη η Ελλάδα σε μικρογραφία συγκεντρωμένη στην τότε οδό «Χρηματιστηρίου». Για να επαληθευτεί από τότε το ρηθέν:
 

 

Όταν  ο κερδοσκοπικός πυρετός καταλαμβάνει το ελληνικό πλήθος οι ταξικές διακρίσεις παραμερίζονται. Ατυχώς, είναι η δημοκρατικότερη διαδικασία προσέγγισης των κοινωνικών τάξεων, αυτού του μη ομονοούντος λαού, με ίσες ευκαιρίες στο κέρδος αλλά και στη εξαπάτηση. Ιστορικά, στο όνομα του πλουτισμού, του γρήγορου, του άκοπου,  του εύκολου, σύμπασα η Ελλάδα συντονίζεται.

 


Η γειτονιά του παλιού Χρηματιστηρίου, αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, όταν στεγαζόταν στη γωνία, Πεσμαζόγλου 1, στο νεοκλασικό αρχοντικό του Αλέξανδρου Σούτσου, γνώρισε τέτοιες δόξες κοσμοσυρροής, που και οι προεκλογικές συγκεντρώσεις των πολιτικών θα τις ζήλευαν.

Στις  γραφικές τις γειτονιές, με τις ασβεστωμένες αυλές, τις  λουσμένες τα βράδια σε μύρα γιασεμιών και  αγιοκλήματος, το σκηνικό άλλαζε άρδην τα πρωινά και για κάμποσο καιρό τρελός συνωστισμός επικρατούσε.
 
 Η δυσωδία απ΄ τις περαστικές άμαξες, τα στάσιμα νερά στις λακκούβες, μαζί με την έλλειψη βόθρων, τις  αναθυμιάσεις απ΄ τους θεριακλήδες και αρειμάνιους καπνιστές και  τα χασάπικα της αγοράς παρακάτω, δεν στέκονταν   ικανά να απωθήσουν το πλήθος από την ψευδεπίγραφη αναζήτηση του κέρδους. 
Όλα αυτά ήταν σαν ένας μικρός  προάγγελος που προεικόνιζε τις κακουχίες στις οποίες θα υποβάλλονταν οι χρυσοθήρες στο κυνήγι χρυσού, όπως αυτές αποτυπώθηκαν, δέκα χρόνια μετά, το 1925.   στην ταινία  «Ο χρυσοθήρας» με τον Τσάρλι Τσάπλιν, που ανακατεύτηκε με καταζητούμενους και χρυσοθήρες ταξιδεύοντας στην Αλάσκα για χρυσό.
 
Στον κόσμο των απανταχού χρυσοθήρων  ένας είναι ο βασικός  κανόνας : η ηδονή που φέρνει η κατοχή  πλούτου. Όταν αυτός ο σκοπός γίνεται μαζική φρενίτιδα, η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και η ανθρωπιά υποχωρούν μπροστά στο βωμό της απληστίας, Η αναζήτηση του «Ελ Ντοράντο» γίνεται για τον κάθε χρυσοθήρα μονομανία που θολώνει μάτια και μυαλό. Ζει αποκλειστικά για το κυνήγι του κέρδους  και δεν ορρωδεί προ ουδενός. Ό,τι και όποιος σταθεί μπροστά του καταπατιέται.

Έτσι λειτούργησε κι εδώ το πλήθος. Αν τη Ρουμελιώτισσα κυρά έσωσε το τάμα που ψέλλισε,  να αφιερώσει, δηλαδή,  σε μικρό ανάθημα μια ασημένια άμαξα στην Παναγιά την Προυσιώτισσα, δεν θα το μάθουμε ποτέ. 

Ο συνήθως κορδωτός αμαξάς, πάντως, σαν τον Ηνίοχο στους Δελφούς, έντρομος μπροστά της, τράβηξε με ορμή τα γκέμια. Αλλά πού… τα άλογα ατίθασα σταματημό δεν είχαν. Σώθηκε, παρά τρίχα, όταν λοξοδρόμησαν λιγάκι, προς το παρακείμενο δρομάκι. 

Μπροστά στο γραφείο του χρηματιστή Ισμυρλή, στην οδό Αριστείδου 10,  θα αποβίβαζε την κούρσα ο αμαξηλάτης. Και δε μετέφερε όποιον κι όποιον. Στην άμαξα επέβαινε υψηλά ιστάμενο πρόσωπο. Ο νέος Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Ιωάννης Ευταξίας, που πριν από την εθιμοτυπική επίσκεψή του στο Χρηματιστήριο θα συναντούσε το φίλο του χρηματιστή.