Στις ιστορίες των λαών, κάθε φορά που η υπερβολική επιδίωξη κέρδους ή η αγωνία για την διασφάλιση των κεκτημένων κυριεύουν τα πλήθη ως συνέπεια οικονομικής ανασφάλειας ή και ομαδικής εξαπάτησης, το φαινόμενο παίρνει διαστάσεις ανεξέλεγκτης χιονοστιβάδας, που δυναμιτίζει την ομαλή λειτουργία των κρατών και το ίδιο το κοινό, εν τέλει.

Η ιστορία της ‘‘μανίας με τις τουλίπες’’ στην Ολλανδία του 17ου αιώνα, αποτυπώνει ένα πρώιμο, αρχετυπικό παράδειγμα.

Η Ελλάδα, από το πρώτο γνωστό σκάνδαλο με τις Λαυριακές μετοχές, το 1973, μέχρι τη χρηματιστηριακή «φρενίτιδα» του 1999, δεν έπαψε να ταλανίζεται από παρόμοια φαινόμενα «επιδημικής μανίας». 

Παρεμπιπτόντως, η ψηλάφιση της ιστορίας μαρτυρεί πως  στο κυνήγι του χρυσού δεν επιδίδονται μόνο οι χρυσοθήρες.

Ανέκαθεν, το  επικερδές «σαφάρι» συγκινεί τους Νεοέλληνες και δη τους κατοίκους του λεκανοπεδίου Αττικής.

Και δεν εννοώ τις πρόσφατες ουρές στο δεύτερο υπόγειο της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οδό Πανεπιστημίου.

Εδώ και πολλές δεκαετίες, προπολεμικά ακόμη, στα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή για το «παιχνίδι» με την αγορά και την πώληση της λίρας, έχει χυθεί πολύ μελάνι και αίμα στον τόπο αυτό. Πείνα, καταστροφές, πτωχεύσεις, κατασχέσεις, αυτοχειρίες και άλλα θλιβερά επακόλουθα με έντονο πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο αποτέλεσαν το τίμημα του οίστρου, της υπερβολής και των σκανδάλων γύρω από το αντικείμενο αυτό.

               

Εστιάζοντας στον τίτλο και μόνο του θέματος, ο καθένας θα μπορούσε να εντοπίσει μέσα σ΄ αυτόν την αντανάκλαση του προβληματισμού, που απασχολεί, εσχάτως, την πλειοψηφία του ελληνικού λαού για το φαινόμενο «χρυσή λίρα», το οποίο για πολλοστή φορά αναβιώνει στη χώρα, με χαρακτηριστικά «επενδυτικής επιδημίας».

Τούτη τη φορά, η εμφάνιση του «κίτρινου πυρετού» στην αγορά της χρυσής λίρας, δεν υποκρύπτει την ίδια γενεσιουργό αιτία με το μεσουράνημα του φαινομένου στις εποχές των πολεμικών αναμετρήσεων και της κατοχής, δικαιολογημένου ως έγγιστα, εξαιτίας της αυτονόητης ανασφάλειας του λαού, τότε.

 Η σύγχρονη στροφή στο χρυσό, κατ΄ αρχήν, είναι εισαγόμενη, έχει τις ρίζες της στο ανοδικό ράλι του πολύτιμου μετάλλου, διεθνώς και εκδηλώνεται στα πλαίσια της χειρότερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας.

Σε παρόμοιες συγκυρίες, οι αποταμιευτές θεωρούν δίχτυ ασφαλείας την επένδυση σε χρυσό και προτιμούν να γεμίσουν τα σεντούκια με χρυσές λίρες, θεωρώντας την αγορά τους ως ασφαλές καταφύγιο για τα κεφάλαιά τους, χωρίς επιπρόσθετο ρίσκο.

 Πέραν τούτων, όμως, το ορμέμφυτο του παρορμητικού μας λαού, με έντονη την τάση των περισσοτέρων προς την υπερβολή και τον εύκολο πλουτισμό, συνοδεύει, συνήθως, τις επενδυτικές του επιλογές με ακραίες και ασύνετες συμπεριφορές και αντιδράσεις. 

Από τις γενιές των παλαιοτέρων, όπως έχει καταγραφεί στη Νεότερη Ιστορία, οι Νεοέλληνες, κληρονομήσαμε στο γονίδιό μας το μικρόβιο της «χρυσοφιλίας», η οποία  βρίσκεται και πάλι σε έξαρση.

Κανείς δε γνωρίζει εκ των προτέρων την αποτελεσματικότητα της. Σαφώς, ο κάθε επενδυτής αναζητά την πλέον σίγουρη εξασφάλιση των οικονομιών του. Κακοί σύμβουλοι δεν θεωρούνται η πρόνοια και η μέριμνα αλλά ο πανικός, η φοβία και η έλλειψη μέτρου.

Σχετικές ιστορικές μαρτυρίες από δύο διαφορετικούς σταθμούς, το 1873 και το 1924 διασώζονται σχετικά με το πόσο επιρρεπές υπήρξε το πλατύ κοινό σε αντίστοιχα φαινόμενα.

 

1  8  7  3

Για τον οίστρο του λαού τότε, ο ιστορικός Επαμεινώνδας Κυριακίδης διηγείται: « «…Είχον εξεγείρει απιστεύτως την φαντασίαν της αδαούς έτι εις τα χρηματικά ελληνικής κοινωνίας. Καθ΄ ύπνους οι αστοί των Αθηνών και των επαρχιακών πόλεων, ουδέν έτερον έβλεπον ή τον εν Λαυρίω χρυσορρόαν ποταμόν…… Όταν παρήλθεν η ζάλη, όταν διασκεδάσθησαν τα ινδάλματα… όταν η νηφαλιότης της πείνας διεδέξατο την μέθην του χρηματισμού δεν υπήρχον παρά μόνον θύματα…» .

Ενώ, αλλού ο συγγραφέας Μιχαήλ Μητσάκης  δίνει την  εξής  εικόνα:

 

…«Δεν ήθελε και πολύ για να μεταβληθούν «αι τέως ήσυχοι Αθήναι», η ανατολίτισσα Αθήνα, η Αθήνα των νοικοκυραίων, των παντοπωλών και των τραμπούκων σε είδος Αμερικανικής πόλεως μαινόμενων χρυσοθήρων».

 
 
1 9 2 4
 

 

1  9  2 4  

Σχετικές σκηνές απείρου κάλλους από το παρελθόν,  ξεπηδούν μέσα από τα γραφόμενα του ΑθανάσιουΤριγονίδη, εκδότη, χρηματιστή και δημοσιογράφου της εποχής του, στο έργο του «Χρηματιστικόν Λεύκωμα», που εκδόθηκε το 1924:

 

«….Μεγάλη μανία είχε καταλάβει την Ελλάδα…Το Μάιο του 1923, η οδός Αριστείδου είδε φυσιογνωμίας τας οποίας ουδέποτε είδον αι Αθήναι. Αγρόται με δισάκια πλήρη δολαρίων εις τον ώμον των επήραν τραίνο και εροβόλησαν έως εκεί ανήσυχοι και σκεπτικοί, ζητούντες να δραχμοποιήσουν την εις ξένον νόμισμα περιουσίαν των. Ηγούμενοι και μοναχοί επήραν τας εις χρυσόν οικονομίας των μοναστηρίων των και εκατρακύλησαν εις την οδόν Αριστείδου δια να απαλλαγούν μίαν ώραν ενωρίτερον αυτών.

Γυναικούλες του λαού που είχαν εις την Αμερικήν τους άνδρας των ή τα παιδιά των και άνθρωποι του λαού οι οποίοι βλέποντες τη διαρκή ανατίμησιν της λίρας μετέτρεψαν τας οικονομίας των εις ξένον συνάλλαγμα, έλυσαν τα κομποδέματα των και τα προσέφερον θυσίαν εις την οδόν Αριστείδου (….)».

 

«…Άνθρωποι που δεν είχαν που την κεφαλήν κλίνη, αναμιχθέντες εις τας επιχειρήσεις της οδού Αριστείδου ( στην έδρα του Χρηματιστηρίου) εξύπνησαν μίαν ωραίαν πρωία με εκατομμύρια και άνθρωποι που είχαν εκατομμύρια ευρέθησαν ένα άσχημο πρωί απένταροι...».

 

 

Ε π ι μ ύ θ ι ο

 

Ο Αθηναίος χρυσοθήρας δεν είναι σύγχρονη οντότητα.

«Είς Αθηναίος χρυσοθήρας» είναι ο τίτλος του έργου του λόγιου  Μιχαήλ Μητσάκη, που κατάφερε να διασώσει, από το 1890, για τις μεταγενέστερες γενιές, τις μαρτυρίες της γενιάς του για συναφή γεγονότα.

Αφενός «οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» αφετέρου η ζωή δεν σταματά να εξελίσσεται αέναα.

Το έργο μόλις αρχίζει…. Και παραπέμπει στην ταινία του παλιού κινηματογράφου «Κάλπικη λίρα» του Τζαβέλα. Μπορεί ο χρυσός να είναι το πολυτιμότερο μέταλλο αλλά ο κάτοχος ας μη βρεθεί ούτε στη θέση της γυναίκας που δεν μπορούσε να την ξοδέψει αφού ήξερε πως ήταν κάλπικη ούτε στη θέση του τυφλού που δεν μπορούσε να τη δει.*

*Περισσότερα στοιχεία για το θέμα θα βρείτε στο λεύκωμα: Αγώνας Ευθύνης Σωματείον Χρηματιστηρίου Αθηνών

 

 Καλή σας μέρα!

Goldmine